ἀλαπάζω

ἀλαπάζω
Grammatical information: v.
Meaning: `drain, plunder, destroy' (Hom.),
Other forms: aor. ἀλάπαξα, fut. ἀλαπάξω. Aesch. twice (Th. 47, 531) future λαπάξειν (Ag. 130 doubtful); pres. λαπάσσω is used as a medical term, `empty'.
Derivatives: ἀλαπαδνός with analogical -δ- (Schwyzer 489) `exhausted, feeble', mostly with negation (Hom.); A. Eu. 562 prob. has λαπαδνόν (cod. λέπ-) = ἀλαπαδνόν. λαπάζειν ἐκκενοῦν... H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Connection with Skt. álpa- `small', Lith. alpstù `faint' is difficult. The prothetic vowel points to a substr. word. Fur. 371 compare λαπαρός (as ἀκιδνός : ἀκιρός); semant. not evident. The structure of the word is hardly IE. The original meaning seems to have been `empty'; cf. the compounds with ἐξ-. - One compares λάπαθος, λαπάρη (hardly correct).
Page in Frisk: 1,64

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αλαπάζω — ἀλαπάζω (Α) 1. αδειάζω, εξαντλώ 2. καταβάλλω, κατανικώ 3. εκπορθώ, λεηλατώ 4. (για πρόσωπα) εξουδετερώνω, φονεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Η χρήση τύπων με ή χωρίς το ἀ δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς την αρχική μορφή τής λέξης, κατά πόσον δηλ. το αρκτικό ἀ είναι …   Dictionary of Greek

  • ἀλαπάζω — empty pres subj act 1st sg ἀλαπάζω empty pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαπάξει — ἀλαπάζω empty aor subj act 3rd sg (epic) ἀλαπάζω empty fut ind mid 2nd sg ἀλαπάζω empty fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαπάζει — ἀλαπάζω empty pres ind mp 2nd sg ἀλαπάζω empty pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαπάζοντα — ἀλαπάζω empty pres part act neut nom/voc/acc pl ἀλαπάζω empty pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαπάξαι — ἀλαπάζω empty aor inf act ἀλαπάξαῑ , ἀλαπάζω empty aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαπάξεις — ἀλαπάζω empty aor subj act 2nd sg (epic) ἀλαπάζω empty fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαπάξομεν — ἀλαπάζω empty aor subj act 1st pl (epic) ἀλαπάζω empty fut ind act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαπαζομένην — ἀλαπάζω empty pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαπαξέμεν — ἀλαπάζω empty fut inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαπαχθήσονται — ἀλαπάζω empty fut ind pass 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.